ΑΠΟ ΤΟ 1972 ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΠΕΛΑΤΗ

ING: Ευθύνη για την κρίση δεν έχει μόνο η Ελλάδα

Εκτυπώσιμη μορφήSend to friend

Η ευθύνη για την κρίση δεν βαραίνει μόνο τις «άσωτες» χώρες της περιφέρειας αλλά και τις ηγέτιδες χώρες της Ευρωζώνης, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Κι αυτό είναι κάτι που οι Ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να καταλάβουν σύντομα προκειμένου να επιτύχουν συνεργασία και συντονισμό των δράσεών τους προς μια κοινή λύση, αναφέρει το τελευταίο άρθρο του ο Βαλεντάιν Νιόουβενχόιζεν, επικεφαλής στρατηγικής στoν ολλανδικό χρηματοοικονομικό κολοσσό, ING.

Όπως επισημαίνει ο ολλανδός αναλυτής, «μετά από άλλες δύο εβδοµάδες γεµάτες φήµες, αρνήσεις και αγωνία, είναι σαφές ότι οι ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες για άλλη µια φορά βρίσκονται εκτεθειµένοι και ότι η σαφήνεια και ο συντονισµός της πολιτικής, προϋποθέσεις απαραίτητες για την επίλυση των γρίφου της φερεγγυότητας του κρατικού χρέους στην Ευρώπη είναι ακόµα απούσες.

Στην πραγµατικότητα, φαίνεται ότι «πολιτικά» κίνητρα ενός αριθµού εµπλεκόµενων παικτών καθοριστικής σηµασίας έχουν προκαλέσει και πάλι διάσταση απόψεων τις τελευταίες εβδοµάδες.

Ο λαϊκισµός στις τάξεις των ψηφοφόρων σε όλη την Ευρώπη ενισχύεται και η αποφασιστικότητα των πολιτικών να αναλάβουν σηµαντικό πολιτικό «κόστος» για το κοινό ευρωπαϊκό "καλό" φαίνεται πως υποχωρεί.

Είναι εξαιρετικά σηµαντικό να αναγνωρίσουµε ότι τα προβλήµατα κρατικού χρέους στις περιφερειακές χώρες είναι το αποτέλεσµα ενός συνδυασµού παραγόντων. Δεν βρίσκονται (ή βρίσκονταν) όλοι αυτοί οι παράγοντες, υπό τον έλεγχο των κυβερνήσεων των χωρών αυτών.

Προφανώς, για κάποιους από αυτούς τους παράγοντες ευθύνονται οι κυβερνήσεις, όπως είναι η ανεύθυνη δηµοσιονοµική συµπεριφορά χωρών όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία.

Ωστόσο, σφάλµατα σχεδιασµού στη διάρθρωση της Ευρωζώνης (νοµισµατική ένωση χωρίς µηχανισµό δηµοσιονοµικής ανακατανοµής), η υπερβολική διόγκωση της πίστωσης και η (κατά συνέπεια) πρόκληση φούσκας στην αγορά κατοικίας έχουν διαδραµατίσει σηµαντικό ρόλο.

Στην περίπτωση της Ισπανίας και της Ιρλανδίας οι τελευταίοι ως άνω παράγοντες υπήρξαν αξιοσηµείωτα πιο σηµαντικοί από ό,τι η διαχείριση των δηµόσιων οικονοµικών πριν την κρίση.

Παράλληλα, η Γερµανία και η Γαλλία δεν υπήρξαν το καλύτερο παράδειγµα σε δηµοσιονοµικό όρους. Αγνόησαν τους κανόνες σταθερότητας και ανάπτυξης για σχεδόν το 50% του χρόνου µετά την εισαγωγή τους στο ευρώ, και πίεσαν για µία προσαρµογή στους κανόνες, όταν η αποτυχία τους να τους τηρήσουν έγινε πολύ πρόδηλη.

Επίσης, οι έχοντες την ευθύνη της νοµισµατικής πολιτικής δεν είχαν επισηµάνει την ανάγκη διαστρωµάτωσης του αξιόχρεου των κρατών της Ευρωζώνης. Η ΕΚΤ δεν διαχώρισε ποτέ τους όρους δανεισµού για τις τράπεζες που προσέφεραν κρατικά οµόλογα ως εγγύηση για τις ανάγκες δανεισµού τους. Με την λογική αυτή, οι Ελληνικοί τίτλοι είχαν ίση µεταχείριση µε τους Γερµανικούς.

Επιπλέον, η ΕΚΤ δεν προειδοποίησε µε σαφήνεια για τους κινδύνους που εγκυµονούσε για τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα ο υπερβάλλων δανεισµός είτε του δηµοσίου ή του ιδιωτικού τοµέα στις περιφερειακές χώρες.

Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει ως προς το µερίδιο της ευθύνης που αναλογεί στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, είτε στις χώρες του «πυρήνα» ή της περιφέρειας της Ευρώπης. Σε ορισµένους τοµείς, φαίνεται
απολύτως δίκαιο να πούµε ότι θα έπρεπε να γνώριζαν καλύτερα.

Στην παρούσα συγκυρία, ωστόσο, θα ήταν πιο σηµαντικό οι πολιτικές ηγεσίες να καταλάβουν ότι η αναγνώριση της κοινής ευθύνης τους για τα προβλήµατα θα είχε τουλάχιστον τρία µεγάλα οφέλη.

Πρώτα απ 'όλα, αυτό θα βοηθούσε να κάνουν µια πιο ακριβή διάγνωση όσον αφορά την προέλευση της κρίσης. Μια καλύτερη διάγνωση, προφανώς, θα βοηθούσε στην εύρεση του σωστού φαρµάκου για τη θεραπεία της Ευρωζώνης από την απειλητική για τη ζωή της ασθένεια.

Δεύτερον, αυτό θα σήµαινε ότι οι πιθανότητες επίτευξης µιας συνεργατικής λύσης µεταξύ των χωρών του Ευρωπαϊκού πυρήνα και της περιφέρειας θα αυξάνονταν. Με την αποδοχή της κοινής ευθύνης για το πρόβληµα (και όχι µέσω της υποβολής προτάσεων για την επίλυση του προβλήµατος κάποιου άλλου), η πρόθεση από όλους τους εµπλεκόµενους να εκτελέσουν τα απαιτούµενα βήµατα για να επέλθει το βέλτιστο αποτέλεσµα θα αυξανόταν σηµαντικά - εν µέρει επειδή θα δηµιουργούσε υψηλότερα επίπεδα εµπιστοσύνης µεταξύ των χωρών του πυρήνα και των περιφέρειας, σχετικά µε την τήρηση των συµφωνηθέντων (χρηµατοοικονοµικό βάρος για τις πρώτες, λιτότητα και µεταρρυθµίσεις για τις δεύτερες).

Τρίτον, ο κίνδυνος της µετάστασης του προβλήµατος µεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης θα αυξηθεί σηµαντικά, εάν οι αγορές κεφαλαίου διαισθανθούν ότι τα µέλη της Ευρωζώνης είναι ανίκανα να συνεργαστούν. Οι συνέπειες από την πτώχευση της Lehman το 2008 θα πρέπει να υπενθυµίσουν σε όλους ότι ένας µηχανισµός ανάδρασης σε άλλα τµήµατα του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος και της πραγµατικής οικονοµίας µπορεί να δηµιουργήσει ένα συνολικά αρνητικό αποτέλεσµα για όλα τα εµπλεκόµενα µέρη.

Το γεγονός ότι ο κίνδυνος αυτός ήδη είναι υπαρκτός, δηµιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο για να αποτραπεί προτού γίνει πραγµατικότητα. Ωστόσο, το αίσθηµα της κοινής ευθύνης µειώνει την πιθανότητα ότι ορισµένες χώρες προσπαθούν να καρπωθούν «δωρεάν» τα οφέλη της λύσης που οι άλλες χώρες είναι διατεθειµένες να παράσχουν.

Η αυξανόµενη πίεση ίσως κάποια στιγµή να δηµιουργήσει µία κατάσταση που θα οδηγήσει τις πολιτικές ηγεσίες στην Ευρώπη να συνειδητοποιήσουν επιτέλους ότι χρειάζονται ο ένας τον άλλον προκειµένου να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσµα.

Αυτό συνέβη ήδη αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια - τόσο κατά τη διάρκεια της πιστωτικής κρίσης (σε παγκόσµιο επίπεδο) και την κρίση χρέους (σε Ευρωπαϊκό επίπεδο). Με πραγµατικό ευρωπαϊκό πνεύµα, κοινή ευθύνη και κατανοµή των βαρών θα µπορούσε να κερδηθεί η µάχη στο τέλος. Ωστόσο, όλοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι αυτό είναι πιθανό να συµβεί µόνο εάν όλοι οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν σε ένα κοινό πρόβληµα που µπορεί να λυθεί µόνο µε αµοιβαία συνεργασία.

Θα έχουµε την αληθινή ηγεσία που απαιτείται για να επιτευχθεί αυτό; Ηγεσία που είναι πρόθυµη να αγνοήσει το βραχυπρόθεσµο πολιτικό κόστος µιας τέτοιας προσέγγισης; Σίγουρα δεν είναι αργά για ελπίδα, αλλά οι πιθανότητες µιας αξιόπιστης µακροπρόθεσµης λύσης ξεθωριάζουν πιο γρήγορα από ό, τι φαινόταν κάποιους µήνες πριν.

Ενδεχοµένως, να παραµερίστηκε προσωρινά το πρόβληµα ακόµα µία φορά, αλλά θα επανέλθει για να µας στοιχειώσει µέσα σε λίγους µόνο µήνες και όχι στο µακρινό µέλλον. Οι πολιτικές ηγεσίες καλύτερα να δράσουν αποφασιστικά µέχρι τότε, αλλιώς η Ευρώπη θα φαίνεται ακόµα περισσότερο κατακερµατισµένη σε ένα όχι πολύ µακρινό µέλλον».

Πηγή: www.imerisia.gr
Αναδημοσίευση από :ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΑΝΕΛΑΚΗ